Ακροβασίες Ερντογάν σε τεντωμένο σχοινί

Ο Ταγίπ Ερντογάν ζήτησε συγγνώμη από το ακροατήριό του στο 7ο συνέδριο του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), την περασμένη Τετάρτη, για το γεγονός ότι αναγκάστηκε να περικόψει την προγραμματισμένη ομιλία του: μίλησε «μόνο» δύο ώρες, υποχρεωμένος να προτάξει, όπως είπε, την υγεία των συνέδρων και των πολιτών, τη στιγμή που και η Τουρκία δοκιμάζεται από το τρίτο κύμα της πανδημίας. Το γεγονός ότι μιλούσε σε ένα κατάμεστο στάδιο της Αγκυρας, χωρητικότητας 10.400 θεατών, και ότι οι περισσότεροι από τους συνέδρους μεταφέρθηκαν, στοιβαγμένοι σε λεωφορεία, πολλοί χωρίς μάσκες, από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, ήταν προφανώς λεπτομέρεια για τον μοναδικό πρωταγωνιστή της παράστασης και για τη συντριπτική πλειονότητα των μέσων ενημέρωσης που αρκούνται στο να τον λιβανίζουν.

Επιφορτισμένο να χαράξει τον οδικό χάρτη προς το 2023, χρονιά κατά την οποία συμπληρώνεται ένας αιώνας του σύγχρονου τουρκικού κράτους, το συνέδριο του ΑΚΡ θα είχε, υπό ομαλές συνθήκες, κυρίως τελετουργικό χαρακτήρα. Αλλωστε το «Οραμα για το 2023» που είχε παρουσιάσει ο Ερντογάν το 2021 μαζί με τον Αχμέτ Νταβούτογλου –τότε δεξί του χέρι και σήμερα πολιτικό του αντίπαλο– έχει από καιρό αποσυρθεί στη ναφθαλίνη. Αρκεί να θυμηθεί κανείς ότι κεντρικός του στόχος ήταν η ανάδειξη της Τουρκίας σε ισχυρής επιρροής δύναμη στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ενωσης, κάτι που μόνο ως ονειροφαντασία ακούγεται σήμερα.

Ωστόσο οι πολιτικές συνθήκες στη σημερινή Τουρκία μόνο κανονικές δεν μπορούν να χαρακτηριστούν. Το 2023 θα σφραγιστεί από δίδυμες εκλογές, βουλευτικές και προεδρικές. Ο Ερντογάν και το κόμμα του, που κυβερνούν την Τουρκία από το 2002, έχουν καλούς λόγους να ανησυχούν, καθώς οι δημοσκοπήσεις τούς εμφανίζουν σε ταχεία αποδόμηση, με το ποσοστό του ΑΚΡ να έχει κατρακυλήσει στο 29%. Μια ήττα του Ερντογάν το 2023 όχι μόνο θα κονιορτοποιούσε το όραμά του να πάρει μια θέση στην τουρκική ιστορία δίπλα ή πάνω από τον Κεμάλ Ατατούρκ, αλλά θα άνοιγε την προοπτική να βρεθεί αντιμέτωπος με δικαστικές διώξεις για σκάνδαλα, όπως ο κάθε άλλο παρά προσφιλής του πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπέντζαμιν Νετανιάχου.

Ο βασικός παράγων που ροκανίζει τα κοινωνικά στηρίγματα του ΑΚΡ είναι τα προβλήματα της τουρκικής οικονομίας, σε μεγάλο βαθμό καρποί της γεμάτης μεγαλοϊδεατισμό εξωτερικής πολιτικής του Ερντογάν και της κρίσης εμπιστοσύνης των διεθνών επενδυτών που αυτή συνεπάγεται. Το γεγονός ότι την περασμένη εβδομάδα ο ισχυρός άνδρας της Τουρκίας αναγκάστηκε να αλλάξει για τέταρτη φορά μέσα σε μία διετία διοικητή της κεντρικής τράπεζας αποτελεί εντελώς χαρακτηριστικό σύμπτωμα μιας σχιζοφρενικά αντιφατικής πολιτικής.

Από τη μια πλευρά, πιέζεται να στηρίξει τη λίρα και να τιθασεύσει τον πληθωρισμό, που διαβρώνει τα λαϊκά εισοδήματα και αποδιοργανώνει τις αγορές, γι’ αυτό επιλέγει έναν ορθόδοξο οικονομολόγο που αυξάνει τα επιτόκια. Από την άλλη, ανησυχεί ότι μια καθόλου δημοφιλής, περιοριστική πολιτική μπορεί να δυσκολέψει ακόμη περισσότερο τις πιθανότητες επικράτησής του στις εκλογές του 2023, έστω κι αν έχει με το μέρος του τον κρατικό μηχανισμό και τα μέσα ενημέρωσης. Γι’ αυτό εξοστρακίζει τον προηγούμενο διοικητή και φέρνει στη θέση του έναν έμπιστό του, πρώην βουλευτή του ΑΚΡ, έστω κι αν με την κίνησή του αυτή προκαλεί πανικό στο χρηματιστήριο και στις αγορές συναλλάγματος. Σαν άλλος μαθητευόμενος μάγος, ο Ερντογάν, στο συνέδριο του ΑΚΡ, δεν είχε άλλο λαγό να βγάλει από το καπέλο του πέρα από εκκλήσεις πατριωτισμού στους ομοεθνείς του, τους οποίους κάλεσε να βγάλουν τον χρυσό από τις θυρίδες και τα δολάρια από το πάπλωμα και να τα ρίξουν στην εθνική οικονομία.

Αναζητώντας έξοδο κινδύνου, ο Τούρκος πρόεδρος επέμεινε την Τετάρτη στη στρατηγική δύο ταχυτήτων που έχει χαράξει από την αρχή αυτής της χρονιάς. Από τη μια πλευρά, προσπαθεί να εξομαλύνει τις διαταραγμένες σχέσεις του με τη Δύση, αλλά και περιφερειακές δυνάμεις όπως η Αίγυπτος και η Σαουδική Αραβία, προκειμένου να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των διεθνών επενδυτών. Στέλνει μηνύματα συνδιαλλαγής στη νέα αμερικανική κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν, αναστέλλει τις προκλητικές κινήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο ενόψει της Συνόδου Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ενωσης (25-26 Μαρτίου), εμφανίζεται έτοιμος να συναντηθεί με τον Αιγύπτιο πρόεδρο Αμπντελφατάχ Σίσι τον οποίο αποκαλούσε δικτάτορα και τηρεί αιδήμονα σιωπή όταν οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες ενοχοποιούν τον πρίγκιπα διάδοχο της Σαουδικής Αραβίας για τη φρικτή δολοφονία του Τζαμάλ Κασόγκι. Στην ίδια κατεύθυνση λειτουργούν οι πρόσφατες τυμπανοκρουσίες του για «σχέδιο δράσης για τα ανθρώπινα δικαιώματα», μεταρρύθμιση στη Δικαιοσύνη και νέο σύνταγμα, οι οποίες προσπερνούν το γεγονός ότι ο ίδιος καθιέρωσε, με την τελευταία συνταγματική αναθεώρηση, το προσωποπαγές καθεστώς του προέδρου-σουλτάνου, που θωράκισε τη στροφή προς τον απολυταρχισμό.

Οι εφεδρείες

Παράλληλα, επιχειρεί να συσπειρώσει στο εσωτερικό μέτωπο τις εφεδρείες που του απομένουν στον ακροδεξιό – εθνικιστικό χώρο του ΜΗΡ και στα στρώματα που διαπνέονται από κοινωνικό συντηρητισμό. Στις 17 Μαρτίου, ο γενικός εισαγγελέας ζήτησε από το Ανώτατο Δικαστήριο να θέσει εκτός νόμου το δεύτερο σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμμα της αντιπολίτευσης, το φιλοκουρδικό HDP (10% στις τελευταίες εκλογές). Στις 20 του μηνός, αστυνομικοί εισέβαλαν στο τουρκικό Κοινοβούλιο και συνέλαβαν με τις πιτζάμες και τις παντόφλες βουλευτή του κόμματος, ο οποίος αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης για ένα tweet. Την ίδια ημέρα, ο Ερντογάν υπέγραψε διάταγμα με το οποίο αποσύρει τη χώρα του από τη διεθνή συνθήκη κατά της βίας των γυναικών, παρά το γεγονός ότι στην Τουρκία μία γυναίκα έχανε τη ζωή της κάθε ημέρα από ενδοοικογενειακή βία το 2020. Μια κίνηση επιστροφής στον Μεσαίωνα για την τουρκική κοινωνία και προκλητική για τους Ευρωπαίους, καθώς ήλθε παραμονές της Συνόδου Κορυφής της Ε.Ε. που εξέταζε τις σχέσεις της Ενωσης με την Τουρκία.

Το δυστύχημα για τον Ερντογάν είναι ότι οι δύο πλευρές της στρατηγικής του (ανοίγματα στο εξωτερικό – σκλήρυνση στο εσωτερικό) δυσκολεύουν η μία την άλλη. Είναι αλήθεια ότι τα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα χωρών όπως η Γερμανία και η Ισπανία, όπως και ο έλεγχος των μεταναστευτικών ροών από την πλευρά της Τουρκίας, βοήθησαν τον Ερντογάν να πέσει στα μαλακά στη σύνοδο της περασμένης εβδομάδας. Ωστόσο οι σε ακραίο βαθμό αντιφατικές κινήσεις του ούτε το εσωτερικό ακροατήριο ικανοποιούν –οι διαδηλώσεις γυναικών και νέων τις προηγούμενες ημέρες ήταν ενδεικτικές–, ούτε τους επενδυτές πείθουν, ούτε τους ισχυρούς παγκόσμιους και περιφερειακούς παίκτες καθησυχάζουν. Ο δρόμος για το 2023 είναι στρωμένος με πολλές νάρκες για τον Τούρκο πρόεδρο.

Ψυχρή υποδοχή από Μακρόν, Σίσι, Μπάιντεν
Παρά τις πρόσφατες προσπάθειες του Ερντογάν να ρίξει τους τόνους της αντιπαράθεσης με τον Εμανουέλ Μακρόν, ο Γάλλος πρόεδρος δεν δείχνει να συγκινείται. Σε συνέντευξη που παραχώρησε στο τηλεοπτικό δίκτυο France 5 την περασμένη Τρίτη, ο Μακρόν κάλεσε την Τουρκία να διαλέξει «αν είναι με το ΝΑΤΟ ή εναντίον του», προχώρησε μάλιστα στην προειδοποίηση ότι η Αγκυρα μπορεί να προσπαθήσει να παρέμβει (εννοείται εις βάρος του) στις γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2023. Ούτε ο Σίσι έδειξε να βιάζεται να συναντήσει τον Ερντογάν, προφανώς γιατί δεν ξεχνάει ότι ο Τούρκος πρόεδρος συνεχίζει να παρέχει άσυλο σε Αδελφούς Μουσουλμάνους και να χαιρετά τους οπαδούς του με «ραμπιά», το χαρακτηριστικό σύμβολο της Αδελφότητας. Το μεγαλύτερο πρόβλημα του Ερντογάν είναι, ωστόσο, ο Τζο Μπάιντεν, επί των ημερών του οποίου είναι βέβαιο ότι θα περάσει πιο δύσκολες ημέρες παρά επί Τραμπ. Το γεγονός ότι, εβδομήντα ημέρες μετά την ορκωμοσία Μπάιντεν, ο Ερντογάν ακόμη περιμένει τηλεφώνημα από τον Λευκό Οίκο, οπωσδήποτε κάτι λέει.

Share this:

You may also like ...

0

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Login

Register | Lost your password?